ΘΥΜΗΣΕΣ ΚΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
ΘΥΜΗΣΕΣ ΚΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Μάλλον θα ήταν όνειρο, πώς να το εξηγήσω;
Πως βρέθηκα, λέει στο χωριό, στον πατρικό μου οίκο.
Της φύτρας καρτερούσανε τα γονικά πλατάνια,
πλατύφυλλα και δροσερά, Πατέρας και η Μάνα.
Ανοίγει αγάπης αγκαλιές η Μάνα να με βάλει,
και ο πατέρας μου κι αυτός συγκινημένος πλάι
να με φιλούν, όπως κι εγώ, με δάκρυα στα μάτια,
να με ρωτούν της ξενιτιάς να μάθουνε τα πάθια.
Τι να σας κρένω Μάνα μου, Πατέρα τι να είπω;
Σκολνούν τα ντέρτια ξενιτιάς, και πώς να τα μετρήσω;
Ανάθεμα σε ξενιτιά, καρδιοπλανεύτρα κόρη,
π’αδράχνεις νιάτα θαλλερά, στην μαύρη σου απόχη.
Συ ξεκληρίζεις φαμελιές, τον γιο, την θυγατέρα
και ορφανεύεις τον γονιό, την Μάνα τον Πατέρα.
Το χάδι σου είναι ράπισμα, τα’ αγκάλιασμα αγχόνη,
η στράτα σου σαν Γολγοθάς και σταυρωτές οι πόνοι.
Η ξενιτιά έχει καημούς κι ο ουρανός αντάρες,
αγάπες έχει το χωριό, πρωτόγνωρες αγάπες.
Το σπίτι μου παλάτι μου, και το χωριό βασίλειο,
αστέρια αδέρφια – χωριανοί, και οι γονιοί μου ήλιος.
Κι έπινα, λέει, στ’ όνειρο καφέ στο μάρμαρο μας
κι αγνάντευα απέναντι το πράσινο του βνο μας.
Βλέπω κοπάδια να περνούν, αντιλαλούν κουδούνια,
αχοί νεανικής ζωής, ψυχής μου τα τραγούδια.
Κι όντας απ’ όξω περπατώ, εις του χωριού τις στράτες,
έρχονται θύμησες πολλές, στον νου καλοσυνάτες.
Κι αν Καραούλι θα διαβώ και του Αηλιά την ράχη,
Εκεί’ ναι που τα δάκρυα θα γίνουν καταρράχτης.
Επέρασα τα νιάτα μου, ωσάν τον γέρο-Δήμο,
Γνωρίζω κάθε μονοπάτ’ κάθε δεντρί και φύλλο.
Στον πλάτανο ανειρεύτηκα, στον ίσκιο τ’ από κάτω,
Κάθε τραγούδι και καημός, του έρωτα μαντάτο.
Κάθε μου δε ξαπόσταμα, αναπαμός ψυχής μου,
ως και το γάργαρο νερό μεταλαβιά ζωής μου.
Καλή και η φαμίλια μου, παράπονο δεν έχω,
επέρασα, περνώ καλά, νοιώθω ευτυχισμένος.
Που θα βρω εγώ, τον Βάσω μου, τον γέρο-πλάτανό μου,
την Μάνα τη Θοδώρα μας, την γλυκο-Παναγιά μας;
Στο όνειρο εγεύθηκα χαρές ωσάν το μέλι,
κι ούτε του χρόνου μέτρησα της ζήσης ειμαρμένη.
Τηράω, ξυπνώντας μοναξιά και νεκροβουβαμάρα,
Τραντάχθηκα – σαλεύτηκα, απ΄ το βουβό μου κλάμα.
Άδειασαν τα σπιτάκια μας, γιόμισαν τα μνημόρια,
και οι στράτες μας μοναχικές, ορφάνειας ανημπόρια.
Θύμησες και ανάμνησες, βαθύρριζη αγάπη
στους τάφους τους με οδηγούν, στου ΤΖΙΟΒΑ εκεί, την ράχη.
Ανάβω τα καντήλια τους, που σβήνουν απ΄ τα δάκρυα,
και των κεριών σβύνει το φως, τρεμάμενο στα δάχλα.
Σταυροφιλώ τα μνήματα, κι ανηφορίζω μόνος,
εγώ και η καρδούλα μου, με το βουβό της πόνο.
Μέσα μου όλα περπατούν και όλα ζωντανεύουν,
όσα ορατά κι αόρατα, κι άλλα που ξεμακραίνουν.
Όλα μου φαίνονται παρόν, στης σκέψης την οθόνη,
ντυμένα με χαρμολυπιά, απ’ την ψυχή βγαλμένη.
Θύμησες και ανάμνησες, ζωής μου βακτηρία,
νέκταρ καρδιάς ηδύποτο, είσαι γλυκιά Πατρίδα,
χωριό μου αξιοζήλευτο, ολόχαρο χωριό μου,
σ’ έχω κρυμμένο στην καρδιά, σαν άγιο φυλαχτό μου.
ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΒΑΣ. ΚΑΜΠΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ
Σύνδεσμοι διαφημιζομένων

Σχόλια
Υποβολή νέου σχολίου