Το ταξίδι των δακρύων (της)- (της Παρθένας Τσοκτουρίδου)

Το ταξίδι των δακρύων (της)- (της Παρθένας Τσοκτουρίδου)

Μάης… Διέσχιζε το σιδερένιο θηρίο τους φιδίσιους δρόμους…Βογκούσε με υστερία στα καταπράσινα ποτάμια με τους αγριεμένους μαύρους βράχους από το κατάλευκο ομιχλώδες τοπίο…Λες κι αναδύονταν μια αναγεννησιακή γοητεία της Αφροδίτης στα κλέφτικα λημέρια…-Το ταξίδι των δακρύων (της)!...

Ο αγέρας έστεκε αμίλητος εμπρός της με σφραγισμένα χείλη από την παγωνιά…Μαζί του κι εκείνη με μελανά τα χέρια και κρύο στην καρδιά…Οι καταρράκτες του ουρανού λυσσομανούσαν στους ορμητικούς χείμαρρους της γης που σκόρπιοι δάκρυζαν παντού στον αέρα κι ο πόνος των δυνατών γδούπων τους με τις βοές τους διατάραζαν την ησυχία όλων των ιπτάμενων εμβίων…Όλων των ανθρώπινων ψυχών…-Μαζί και την δική της!...

Το κλάμα του ουρανού έπεφτε στα καημένα κεφάλια των μικρών πουλιών βαραίνοντας ολοένα τα συρματένια ηλεκτροκαλώδια των οποίων τα δάκρυα έπεφταν στα μαύρα αυλάκια βαριά και κυκλικά σχηματίζοντας αναστενιάρικες λιμνούλες που μέσα τους συνέθεταν οι πάπιες το χορό που η φύση ζευγάρωμα ονόμασε και θαύμα περίτρανο…-Ω ψυχή της, ψυχή του θαύματος (της)!...

Γέμισαν οι πήλινες κούπες με βρόχινο νερό -υδάτινο των δακρύων (της)-στις αυλές των σπιτιών…Πνίγηκε η φύση κι όλη η γη δεν μπόρεσε της φύσης τα δάκρυα να ρουφήξει…-Μα ούτε και τα δικά της!...

Σαν να’ δε πέρα, εκεί δα, δέντρα αγκαλιασμένα απ’ τους κορμούς, χορούς καμπίσιους να χορεύουν σε ορίζοντες των ποταμών… και να, εκεί πιο πέρα…βράχοι μετέωροι να μοιάζουνε με άγιες μορφές…-Δάκρυα (της) αγίων στα Τέμπη!...

Κι όσο τα δάκρυα της βροχής στα φύλλα έσταζαν κι έπειτα στράγγιζαν στη γη για να τη πλημμυρίσουν βρισκόταν στην αναμονή στους άγιους να πάει εκεί όπου την πρόσμεναν, στους βράχους τους μετέωρους...Υπομονή!... Η συνάντηση θε να’ ρθει!...-Θε να’ ρθει;...

Σ’ εκείνο το ταξίδι των δακρύων (της) θυμήθηκε πόσο λησμονημένη ήταν κάποτε από εκείνον που …Ήρθε στην άξενη ζωή της μες την ανεμόδαρτη βροχή του Μάη με την ανεμελιά του κολασμένου μαγνήτη…Μάγεψε την μανταλωμένη της καρδιά μ’ ένα αδιερεύνητο μειδίαμα που σκίρτησε ως αστροπελέκι μες την ανόργωτη καρδιά της...

Απάλυνε την αγριοματιασμένη μελαγχολία της με το διεγερτικό άρωμα των χυμών του…Η λιχουδιασμένη όψη και το φιδίσιο κορμί του μέθυσαν τις αδιαπότιστες οσφρήσεις της… Οξύ το βλέμμα του εκείνο που λαμπύρισε ως οιωνοσκόπος του μέλλοντα έρωτα τους. Απαλό χάδι η φωνή του άγγιξε τον οίστρο του ψυχικού της πάθους…Οκταπλασίασε τους κτύπους της μελανής καρδιάς της, της μαυροφόρας από τα λογχοδρέπανα της απελπισίας της… Το λυχνάναμα του ερωτικού της πόθου
κόπασε την τρικυμία του κοχλασμένου της μυαλού και το λύτρωσε από τον κουρελιασμό του...

Οι ψυχές τους κούρνιασαν μαζί, μια λειψοφεγγαριά, στο κουτούκι της Μάνας του Έρωτα κραταιά δεμένες με την κόκκινη γραβάτα, του Πατέρα αυτού Δυνάστη και ποτισμένες από το κρασοπότηρο του αιώνια κολασμένου Διόνυσου λευτερώθηκαν στο λιβάδι των λουλουδιασμένων Αδελφών Ψυχών τους μεσουρανώντας ως ενωμένα άστρα της Θείας Αγάπης στην υπέρτατη ακμή της δόξας τους.
Η γριφώδης σιωπή της διεκφυγής του μιαν αυγή, ξερίζωσε την γοργοτράνταχτη ψυχή της από τον γόρδιο δεσμό της φτερουγίζοντας μακριά από το γλυκομέθυσμα των πυρήνων του έρωτα του κι από τα γλυκόπνοα τρέμουλα της ηδονής του... Κι έτσι, απέμεινε μόνη μες την ανεμόδαρτη βροχή του Μάη με την ελπιδοφόρα έκκληση μέσα από το είναι της για το μπόλιασμα -και πάλι-του θεού Έρωτα στα αισθήματα τους, με τα έμβρυα του αψώμιστου πόθου και του βεζουβιακού ηφαίστειου του έρωτα τους.

Απέμεινε μόνη της, μια λειψοφεγγαριά, μιαν αυγή, με τις αερούφαντες στάλες της βροχής να αργοσβήνουν το καμένο καντήλι του άκαρπου έρωτα τους ψιθυρίζοντας απεγνωσμένη το όνομα του στα ξεψυχισμένα χείλη της, αναζητώντας –μάταια- την εικόνα της γλυκιάς αύρας του…Απέμεινε λησμονημένη στην αμνηστία της Γηραιάς Κόλασης που ικετευτικά την καλούσε μέσα σε παραλήρημα κοντά της και που αντιφωνούσε την ανάρτηση της ψυχής της στη λύτρωση της από τον Έρωτα στον Ύψιστο.

Τα δάκρυα της ταξίδεψαν στην παγονησίδα της ψυχής της κι ο τρόμος της εγκατάλειψης έγραψε δική του ιστορία με αλληγορική έκσταση… …λες και…Την εγκατέλειψε κάτω από ένα παγοκρύσταλλο δέντρο μια παγερή νύχτα του χειμώνα... Παγοδρόμησε στην άψυχη ανάσα της με μια άγνωστη σ’ εκείνη ματιά…Ψυχρή κι ασκότιστη αδιαφορία έδειξε για την ύπαρξη της, σ’ εκείνην, που του χάρισε απλόχερα την καλοσύνη της ψυχής της και το μεγαλείο της αγάπης της.

Την εγκατέλειψε πάνω σ’ ένα μεγάλο όγκο πάγου…Οι λέξεις του απρόσμενες και βίαιες καταιγίδες με αστραπόμορφους ήχους σκόρπισαν τρόμο…Το βλέμμα του παγωμένο κι εκείνα τα μάτια του…μεταλλικά πέδιλα φυγής…Τα χείλη του παγόπλοια, θραύστες στη γεύση της αλλοτινής γλυκύτητας τους. Την εγκατέλειψε δίπλα στην πηγή του παγόβουνου...

Τα παγωμένα δάκρυα της σταλακτίτες κι εκείνη, ασβεστολιθικό απολίθωμα από τις σταγόνες των συναισθημάτων της, αναπαυμένη στους κόμπους του αποσταγμένου νερού θύμηση στους ταξιδιώτες οι απερίσκεπτες στάλες μια άκομψης συμπεριφοράς.
Την εγκατέλειψε μόνη σε μια παγονησίδα... μα φύσηξε άνεμος θερμός, έλιωσαν τα κρύσταλλα των πάγων, λίμνασαν τα νερά, χρωματίστηκαν απ’ τη γαλάζια φορεσιά τ’ ουρανού, άνθισαν παντού, τα εκλεκτά λουλούδια της αγάπης της μοσχοβόλησαν στον ωκεανό και…οι άγγελοι του Θεού εξαφάνισαν κάθε ίχνος δικό της για να μη την βρει ο δύτης που απεγνωσμένα την έψαχνε, βυθισμένος στις μαρτυρικές του τύψεις,
εκείνος, που κάποτε την εγκατέλειψε εκεί…παγωμένη…
Σ’ εκείνο το ταξίδι των δακρύων (της) έγινε και η…Απρόσμενη συνάντηση! …Ακόλαστη!…Έκπληκτες ματιές κρεμασμένες στα δοκάρια της εξόγκωσης αμήχανα, άπρακτα, την διέξοδο ζητούν. Ένοχες ματιές της απίστευτης διαπίστωσης ξαναζέσταμα ποθούν κι απόκριση στ’ αμέρευτα ερωτηματικά τους. Τυχαίο ήταν τ’ αντάμωμα ή εσκεμμένο τάχα; Διαίσθηση ανασκίρτησε τα βήματα του εμπρός της αέρας αποφύσηξε το λάγνο άρωμα της κι εκείνος ακολούθησε τους κτύπους της καρδιάς του.

Λέξεις ζεστές γεμίσανε γεμάτες με συγνώμη τα χείλη της αγάπης τους μα ευθύς διακοπήκαν…Πήραν μαζί τους τη θεά να πνεύσει το άρωμα της. Απέμεινε να την κοιτά στο τυφλωμένο πλήθος που άλλος την επευφημεί και άλλος την φιλάει άλλος τα χέρια της κρατάει άλλος τη θέλει κοντά του και σβήνει την ελπίδα του να της μιλήσει ο ίδιος αδύναμος που δεν μπορεί να σπάσει τα δεσμά μες την ανεμοζάλη που τον κρατούνε μακριά και άπονα του γνέφουν.

Έφυγε σαν τον άνεμο μα έμεινε η ματιά του άψυχη και πονετική εκείνη να αποζητά μάτωσε η καρδιά του -η δόλια- που έρωτα ποθεί βάλσαμο να τον γιάνει… Ξεφεύγει εκείνη απ’ τα δεσμά και τρέχει να τον βρει… Μα τέλεια η εξαφάνιση! Άφησε τη ματιά του, το άρωμα του το βαρύ και μήνυμα που λέει πως η ματιά του έμεινε παντοτινά κοντά της... Τυχαία η συνάντηση, δειλόκαρδη, με πόθους αθήλαστους και με κρυφή, διάχυτη λαχτάρα!..

Αυτό ήτανε το άτυχο ταξίδι της ζωής της… Το ταξίδι των δακρύων (της)…Το γεμάτο παράπονα από τα μπουρίνια του μίσους και του έρωτα που ένιωσε από εκείνον που…σαν ουρανός καθάριος ήταν μες την ψυχή του μα… δεν χαιρόταν σαν ήταν διαυγής ένας ουρανός που μόνο σύννεφα μάζευε όταν μπουρίνια μέσα του τον έβρισκαν και ξέσπασμα γύρευε.

Μπόρα, βροντές και αστραπές με λέξεις καταιγίδες που έβγαιναν μόνο για λυγμούς και πότισμα με δάκρυα σκληρά και άδικα της έριχνε, μήπως την πνίξει με αυτά μπόλιασμα για να κάνει στο Μίσος και στον Έρωτα που ένιωσε για εκείνη … κι άμα εκείνη γλίτωνε …αλλοίμονο …τότε πια την γύρευε ποθώντας την ανάσα της και τα καυτά φιλιά της τον έρωτα που όμως ποτέ δεν δέχτηκε να πάρει γιατί αυτόν φοβήθηκε, τις γεύσεις του απέφυγε μα.. να, πως το ομολόγησε!… Την αγαπάει, την θέλει, και την ποθεί πάρα πολύ … μα, μόνο ναν’ δικιά του!!!

Δάκρυσε στη θύμησή του σ’ ένα ταξίδι μακρινό!… Σ’ ένα ταξίδι δακρύων!... Το ταξίδι των δακρύων (της)…
«Αχ, ίππαρχε του Έρωτα!», ψιθύρισε αναστενάζοντας... «Ανέβαλες την πατημασιά στην σκάλα, καβαλάρη, Ίππαρχε του Έρωτα, το άλογό σου ν’ ανέβει μες στην αναβρασίλα των εσνστίκτων της συμφιλίωσης και της αδιαλλαξίας σου… Αρνήθηκες την αναγέννηση και την αναζωπύρωση, που ζώνουν το ανασηκωμένο κορμί σου, το αμετάκλητο στο αναθήλασμα μιας νέας αστραποβόλας αγάπης, υποταγμένο στο ριζικό της αστρικής αγριάδας και της άστρεχτης αρχαριότητας σου…
Μα, η λατρευτή σου αγάπη αναπάντεχο «λαχείον» εύρημα- λευκή στους ξερούς και βροχερούς ανέμους των λεκτικών σου λέξεων, σανίδα σωτηρίας στη «λούτσα» του φόβου και της αμηχανίας σου, λόχμη στο άγριο πάθος σου - άκαμπτη κι αλύγιστη- το μισόφωτο πριν την ανατολή του ήλιου της ζωής σου θα ελευθερώσει για να διαλύσει τα σύννεφα της λύτρωσης σου να δώσει λύση στις απορίες των αινιγμάτων σου να κηρύξει άκυρες τις άδικες λέξεις σου να λύσει τα γόνατα σου από το φόβο του πεπρωμένου να σε μαγέψει με την ανθισμένη μαγιά της αγάπης της να σε μαγνητίσει με τόσο ισχυρές λεκτικές καταιγίδες ώστε η σοφία σου να υποκύψει εντέλει στην φοβική κρίση των ανεκπλήρωτων ερωτικών σου ονείρων και πόθων.

Μη τη ρωτήσεις για τις επιθυμίες και τις απαγορεύσεις της ηθικής!...Μη την κάνεις ναδίρ στα φιλάρεσκα πόδια σου!...Μην την κλείσεις στη λήθη των ναϊσκων Των ναυαγισμένων σκέψεων σου!... Μην την ξεπλύνεις στα ζωηρά χρώματα του ατίθασου μυαλού σου!...Μη την ξορκίσεις στην έρημο των αρνήσεων σου!...Εξόρμησε, καβαλάρη, ίππαρχε του Έρωτα, από την εξορία του ερωτικού «Αδάμ» σου από τους ερεθισμούς της φλόγωσης σου από τους φόβους του έρμαιου πνεύματος σου!...

Ευαγγελίσου τη διαδοχική σου διάβαση από τα απλανή αστέρια των ψυχικών σου διαθέσεων στο κέντρο του ήλιου, του ποθούμενου, του πολύ ακριβή, του ψυχόπονου στις ερωτικές μεταβολές των ερωτικών σου εκδηλώσεων, του ευαίσθητου στα ανυπότακτα γκέμια σου, τα αλύγιστα κι απόρθητα της ευδαιμονίας σου, τα αδιάβλητα κι ανεφαίρετα από τις κρίσεις και τις επικρίσεις των καιρών.

Είναι ευθύνη σου η ευημερία της ψυχής σου, η αντρεία της ευφρόσυνης καρδιάς σου, η αρμονική αλληλουχία των ευφυών λόγων σου, η λαμπρότητα του νου και της διαύγειας σου. Ικέτευσε, καβαλάρη, ίππαρχε του Έρωτα, για τη δύναμη της ζωής!...Πιες το χυμό που θα σε δυναμώσει!...Αυτόν που προστάζει η ίδια η καρδιά σου, τον κόκκινο, του θεού Έρωτα, του ιερού ιππαστί!!!... Άτυχες, πράγματι, σκέψεις και άτυχο, μα, πολύ άτυχο το ταξίδι της ζωής της…Το ταξίδι των δακρύων (της)...

Άλειψε στον ουρανό της τα κεντίδια των αλέγρων αστεριών του τ’ άναψε προσεκτικά αναπτερώνοντας το φως τους μα εκείνα άναρθρα ανάριευσαν στους ανεμόδρομους του θόλου ζαλισμένα από την αναστάτωση και τη σύγχυση των παλμών της θλιμμένης καρδιάς της της βροντερής στους θυελλώδεις καιρούς των ελπίδων της.

Ανελύγκιασε τυλιγμένη στ’ ασπρόχορτα της ανελευθερίας της άνελπις στην αγενή ανθρωπίλα της ζωής στους διώκτες των δικών της άστρων των άμετρων και αμετάγγιστων που άπαικτα αιωρήθηκαν εντός της και που όμως απολησμόνησε παλεύοντας την αναδοσία της αταξίας τους.

Το ανάβαθρο στον ουρανό την οδηγεί στο πλατύσκαλο κενό που ακονίστηκε από την ασθματική ακοσμία και την ηφαιστειογενή αδιαντροπιά. Αχρωμάτιστο το άλειμμα στην ανεπούλωτη πληγή των ονείρων της το άναμμα πλέον ανεπαρκές κι απρόσωπο. Σκληρά απροσπέλαστη η καρδιά πτωχεύει στην αραιότητα των απτέρων άστρων της και απούσα αρνείται κι ασκητεύει στ’ απροσπέραστο ασκέρι της….Μακάρι να τέλειωνε, ευχήθηκε, το ταξίδι των δακρύων (της)...

Μα, έπειτα, έκανε έναν απολογισμό «από κοινού» τον ονόμασε και σιγοψιθύρισε.. Μετέωροι στα μετόπισθεν της ζωής μετρούμε τα κουκιά τους μίσους μας. Αριθμός, από κοινού. Το μισοφέγγαρο της μισότρελης αγάπης μας αλογάριαστα το φως του εξάντλησε στα μονοπάτια της αναχώρησης κι εμείς μισοστρατίς αδειανοί μνημονεύουμε την ανάπαυση της μισόνεκρης ψυχής μας την ευτυχία που κρατάει ο μίτος της Αριάδνης την τέχνη της μοίρας να μνηστευόμαστε καθετί άπιαστο και ναυαγισμένο. Απολογισμός, από κοινού.

Κάθε ματαίωση ίσον το ναυαρχείο μας η εγωλατρεία, ο εκρηκτικός μηχανισμός μας κι εμείς ναυαγοί τσακισμένοι στις ατυχίες της προσαρμογής αποτύχαμε στην εκπλήρωση ξορκισμένοι από τους νεραϊδάρηδες μιας παράδοξης φιλοσοφίας ξενόφοβοι στη σεμνή γλώσσα αδύναμοι να ξεπικρίσουμε τις αποπλανημένες λέξεις υποταγμένοι στην ανομβρία κατάπληκτοι από τη φωτιά που ξέρασαν οι κεραυνοί των ανόητων λόγων μας ξιπασμένοι από τη κλυτή φαντασία και τη φορητή περηφάνια μας αφήσαμε τα ξηρόχορτα της δυσπιστίας και της πονηρίας να ξοφλήσουν το χρέος τους στο ξεψύχισμα του κυτταρολυτικού μας έρωτα. Ματαίωση, από κοινού.

Δεν μένει τίποτ’ άλλο πια από τη λησμοσύνη των κούφιων και ανούσιων λόγων μας μα το βοτάνι της είναι εκείνο το νεκρών που λησμονούν τον «απάνω κόσμο» κι εμείς δεν ανήκουμε σ’ εκείνους παρά μόνο στους μασκαρεμένους τύραννους της ματαιοδοξίας και της ματαιοπονίας μας τους μεθυσμένους από την κραιπάλη της νοσταλγίας και του ερωτικού λιγώματος.
Λησμοσύνη, από κοινού. Επόμενος σταθμός μας τα κρινολούλουδα των αποφάσεων μας για μια οριστική ανατροπή των καταδικασμένων σκέψεων μας και για λευκόνοτες μυρωδιές νέας λευκανθούς λεκινθίνης. Επάνοδος, από κοινού.

Αριθμός, Απολογισμός, Ματαίωση, Λησμοσύνη, Επάνοδος, από κοινού. Να’ ταν άραγε από κοινού, αναλογίσθηκε, ταξίδι των δακρύων (της);...

Your rating: None Average: 4.9 (50 votes)

Σύνδεσμοι διαφημιζομένων