Μαρτυρία του πρόσφυγα καλόγερου Ελευθεριάδη Γεώργιου για τα ολοκαυτώματα των Πύργων (της λαογράφου Παρθένας Τσοκτουρίδου)

Μαρτυρία του πρόσφυγα καλόγερου Ελευθεριάδη Γεώργιου για τα ολοκαυτώματα των Πύργων (της λαογράφου Παρθένας Τσοκτουρίδου)

“Το 1924 ήρθα ως πρόσφυγας από την Γαλίανα Τραπεζούντας του Πόντου μαζί με τα 3 αδέρφια μου την Θεογνωσία (1914), την Αλεξάνδρα (1917) και τον Κοσμά (1920). Νωρίτερα, το 1890, ο πατέρας μου είχε πάει στην Ελέγρη Κων/πολης. Σε ηλικία 45 χρόνων παντρεύτηκε την μητέρα μου, η οποία ήταν τότε 15 χρόνων.
Όταν άρχισαν οι διωγμοί των Χριστιανών, κατά τους οποίους σκότωσαν 30 παπάδες, τα παιδιά έμειναν αβάπτιστα και ανάμεσα σ’ αυτά ήμουν κι εγώ. Οι Τούρκοι μας εκδίωκαν κι εμείς οι Έλληνες κρυβόμασταν στα βουνά μέσα στους θάμνους. Είχαμε κάποιον παρατηρητή, που μας προειδοποιούσε πότε έπρεπε να βγούμε από τους θάμνους (2, ½ χρόνια κράτησε αυτό).
Κάποια μέρα ήρθε διαταγή από τους Τούρκους να φύγουμε, αλλιώς θα μας σκότωναν. Οι κλεφτότουρκοι σκότωναν τους Έλληνες και έπαιρναν τα πράγματα τους. Ο αρχηγός των Τούρκων στα γύρω χωριά ήταν ο Μουλά-Σουλειμάν. Ο πατέρας μου (γανωτζής στο επάγγελμα) του έδωσε τα πρόβατα μας με τη συμφωνία κάποτε να μας τα επέστρεφε και μας φόρτωσε εμάς στα μουλάρια και πήραμε το δρόμο της προσφυγιάς.
Φτάσαμε στο Γεσίρογλου (σταθμός) και κάτσαμε λίγες μέρες. Ήρθε ένα βαπόρι πάνω στο οποίο επιβιβαστήκαμε και αποβιβαστήκαμε τέλος στην Καλαμάτα. Κατόπιν μας πήγαν στην Κορώνη στο χωριό Πύλος, στο μεταλλείο Χωματερό (έβγαζαν πετροκάρβουνο), όπου εκεί δούλευε ο πατέρας μου. Εκεί βαπτίστηκα από τον Γεώργιο Παραπονιάρη.
Δυο χρόνια περίπου μείναμε στην Πύλο. Μετά φύγαμε στην Μακεδονία κι εγκατασταθήκαμε στους Πύργους, γιατί προτύτερα μας είχε στείλει γράμμα ο αδερφός μου από την πρώτη γυναίκα του πατέρα μου. Όταν ήρθαμε, ήταν οι Τούρκοι εδώ, οι οποίοι και φύγανε μετά από 1 χρόνο.
Στις 23/4/1944 έζησα το ολοκαύτωμα όταν οι Γερμανοί έστησαν πυροβόλα γύρω στα βουνά. Εγώ έφευγα στο Ροδοχώρι για δουλειά. Φεύγοντας άκουγα τις κανονιές κι έβλεπα τους καπνούς. Τα κανόνια ήταν στραμμένα στην Γκουλάσια (βουνοπλαγιά) κι εγώ κατέβηκα για να γλιτώσω. Είδα Γερμανούς στο εκκλησάκι μπροστά με γαιδούρια. Κρύφτηκα και είδα όλες τις ύποπτες κινήσεις των Γερμανών, που κύκλωσαν το χωριό.
Οι Γερμανοί μάζεψαν τον κόσμο και τους πήγαιναν στα μνήματα με στημένα πολυβόλα.Το απόγευμα κάψανε όλο το χωριό. (Τριάντα ώρες κράτησε η φωτιά).Ήρθε διαταγή να μη τους σκοτώσουν, αλλά να τους πάνε στην Πτολ/δα.Στο δρόμο σκότωσαν όποιους δεν άντεχαν στη πεζοπορία.Γλίτωσαν κανά δυο μόνο που δεν σκότωσαν.
Εγώ έφυγα στην τοποθεσία “¨τσινάρι”, όπου βγήκα τσομπαναραίος με πρόβατα και συμμετείχα στο τσομπανιλίκι.Στον τορβά μου είχα κρέας και ψωμί, που το βρήκα στο δρόμο.Ένας καταδότης από το χωριό μας με Γερμανούς γύρευαν γύρω από το χωριό χωριανούς και τους σκότωναν.
Στις 27/4/1944 οι Γερμανοί κύκλωσαν και τους 11 τσομπάνους που βόσκαμε τα πρόβατα. Επειδή είχαμε λουριά από ζώνες, σέλες κ.λ.π. φοβηθήκαμε πολύ και τα κρύψαμε μόλις τους είδαμε να μας κυκλώνουν.Με ρώτησε ένας Γερμανός (Τσεχοσλοβάκος) ποιοι ήμαστε και τι κάνουμε εκεί.
Μίλησα στα Βουλγάρικα μαζί του και μας πήγαν στον Περαί (Ν. Πέλλης), όπου μας έβαλαν να φάμε και μας χώρισαν σε δυο μπουλούκια με τα ζώα. Βαδίσαμε συνοδεία Φαράγγι-Μανιάκι, όπου σταθμεύσαμε. Πήγαμε μετά στον Πελαργό και μας πήραν οι Πελαργινοί τα πρόβατα (80-100 κεφάλια). Μετά περάσαμε το ποτάμι του Περδίκκα.
Ήδη είχε σκοτεινιάσει. Ένας τσομπάνος το’ σκασε μέσα στη νύχτα. Τους υπόλοιπους μας κλείσανε στην εκκλησία και τα πρόβατα τα άφησαν στο ποτάμι. Ήρθε ένας Γερμανός και μας απείλησε να μας σκοτώσουν, γιατί τόσκασε ο άλλος. Μας έφεραν έναν τσομπάνο ξεκάρφωτο και τον άφησαν μετά να φύγει, γιατί δεν ήταν εκείνος που περίμεναν ότι διέφυγε. Πήγα στους Γερμανούς τότε και τους είπα ότι αυτός που διέφυγε ήταν από το άλλο μπουλούκι κι όχι από το δικό μου (ηγούμουν στο κοπάδι μου).
Οι Γερμανοί αποφάσισαν να τουφεκίσουν τους 4 του άλλου μπουλουκιού και εμάς τους 6 μας άφησαν. Ξαναπηγαίνω στον Γερμανό στρατιωτικό και του πρότεινα να μη σκοτώσουν τους 4, αλλά αυτόν που διέφυγε ή έναν από την οικογένεια του που ήταν στην Πτολ/δα.
Πήγαμε όλοι μαζί στα Χάνια (πανδοχεία) και κάτσαμε εκεί. Έτσι γλιτώσαμε. Έγινα καλόγερος μετά το θάνατο της γυναίκας μου το 1999.”

(Από το βιβλίο «Η ΠΡΟΓΟΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΒΕΡΜΙΟΥ», της Παρθένας Τσοκτουρίδου)

Συνέντευξη, Πάσχα 1999

Your rating: None Average: 4.8 (17 votes)

Σύνδεσμοι διαφημιζομένων